Η Αγορά Φρούτων και Λαχανικών Στην Ισπανία

Η Αγορά Φρούτων και Λαχανικών Στην Ισπανία

Η Ισπανία αφορά έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς φρούτων και λαχανικών παγκοσμίως. H χώρα αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα της Ευρώπης και, εντός των τριών πρώτων, σε παγκόσμιο επίπεδο με την Κίνα και τις Η.Π.Α. Το μερίδιο της Ισπανίας στο συνολικό παγκόσμιο εμπόριο φρέσκων φρούτων και λαχανικών αντιπροσωπεύει περίπου το 12%. Αντίστοιχα, στην Ευρώπη αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό φρούτων και λαχανικών και ευθύνεται για το 25% της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής. Για το 2018, η αξία της συνολικής παραγωγής φρούτων και λαχανικών στην Ισπανία υπολογίζεται στα 14,23 δις ευρώ, με τη παραγωγή να ξεπερνάει τους 28 εκ. τόνους.
Περί τα 1,75 εκατομμύρια εκτάρια γης καλλιεργούνται με φρούτα και λαχανικά, η πλειοψηφία των οποίων βρίσκεται στην Κοινότητα της Ανδαλουσίας και της Βαλένθια.
Σχετικά με την οικονομία της Ισπανίας, η καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών απορροφά το 29% του συνόλου της γεωργικής παραγωγής. Επιπλέον, το 25% των εργαζομένων στον αγροτικό τομέα απασχολείται στις εν λόγω καλλιέργειες και υπολογίζεται ότι οι άμεσα εργαζόμενοι του τομέα αυτού ξεπερνούν τους 202.000, στους οποίους πρέπει να προστεθούν ακόμη 100.000, οι οποίοι απασχολούνται έμμεσα στον κλάδο.
Επιπλέον, το 50% της παραγωγής προορίζεται για εξαγωγές, αποτελώντας με τον τρόπο αυτόν έναν σημαντικό τομέα για την οικονομική ανάπτυξη της Ισπανίας.
Η ιστορία της καλλιέργειας λαχανικών ξεκινάει από τα αρχαία χρόνια για την Ισπανία. Έως και την περίοδο του 8ου αιώνα, δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στην τεχνολογία. Με την άφιξη όμως των Αράβων, η γεωργία αναπτύχθηκε σημαντικά, καθώς εισήλθαν νέοι τρόποι καλλιέργειας και νέα προϊόντα, όπως το βαμβάκι, το ρύζι, το πορτοκάλι και το καρπούζι.
Στη συνέχεια, την εποχή των κατακτήσεων, έφθασαν στην Ισπανία νέα φρούτα και λαχανικά, τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τη σύγχρονη κουζίνα της χώρας. Το καλαμπόκι, η πιπεριά και τα φασόλια αφομοιώθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα από τους ντόπιους, ενώ αντίθετα για την πατάτα και την τομάτα, η αφομοίωση ήρθε πιο δύσκολα.
Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, μεσολάβησε η κατάσχεση από το ισπανικό κράτος των αγροτικών εκτάσεων, το οποίο στη συνέχεια πώλησε σε ιδιώτες. Συνεπώς, η γη μεταφέρθηκε, από την εκκλησία, στους πλούσιους μεγαλογαιοκτήμονες της εποχής.
Από τα μέσα του 20ου αιώνα, η παραγωγή ξεκίνησε να μεταβάλλεται και να εξελίσσεται, ενώ οι πωλήσεις ξεκινούν να γίνονται εθνικές και διεθνείς. Τη δεκαετία του ’50, ξεκινά η χρήση πιο εξελιγμένων μέσων καλλιέργειας, όπως λ.χ. του τρακτέρ, των λιπασμάτων κοκε. Παράλληλα, όμως, λόγω της βιομηχανοποίησης της οικονομίας της Ισπανίας, το αγροτικό εργατικό δυναμικό μειώνεται αισθητά, ενώ πλέον ο αγροτικός τομέας έχασε τα πρωτεία στη συμβολή του ΑΕΠ.
Τέλος, η είσοδος της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε επιπλέον βοήθεια στον τομέα και μετέβαλλε τις ισχύοντες διαδικασίες. Έκτοτε, η ισπανική γεωργία βελτιώνεται και τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί εντονότερα στις βιολογικές καλλιέργειες καθώς και σε πιο οικολογικές μεθόδους παραγωγής.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες εδώ