Οδηγός Επιχειρείν για την Αγορά  της Ρουμανίας

Οδηγός Επιχειρείν για την Αγορά της Ρουμανίας

H Ρουμανία είναι χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την 01.01.2007, αλλά δεν είναι μέλος της Ευρωζώνης. Έχει έκταση 238.391 τ. χλμ (9η σε μέγεθος μεταξύ των κρατών μελών) και περίπου 20 εκ. κατοίκους βάσει της απογραφής του 2011. Κατέχει το προνόμιο της εκμετάλλευσης των εκβολών του Δούναβη που συνδέει την Μαύρη Θάλασσα με την Κεντρική Ευρώπη, διασχίζοντας 10 κράτη (Γερμανία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Σερβία, Βουλγαρία, Σλοβακία, Κροατία, Ουκρανία, Μολδαβία, Αυστρία). Η μορφολογία του εδάφους είναι κατά 60% πεδινή και κατά 40% ορεινή. Η χώρα διακρίνεται για τον ορυκτό πλούτο της με σημαντικά αποθέματα πετρελαίου, φυσικού αερίου, χαλκού, χρυσού κλπ. Ο πληθυσμός είναι κατά 53,8% αστικός και κατά 46,2% αγροτικός και ημιαστικός. Ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας από το 2000 έως το 2008 ήταν θετικός με μέσο όρο 6,3%. Ακολούθησε η οικονομική κρίση, η οποία επέφερε αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης (-6,6% το 2009), ενώ τα μέτρα που ελήφθησαν, εν συνεχεία, από την κυβέρνηση και την Κεντρική Τράπεζα της χώρας επέφεραν επανεκκίνηση της οικονομίας και θετικό ρυθμό ανάπτυξης.Το 2010, στο πλαίσιο χρηματοδότησης από διεθνείς δανειστές, εφαρμόστηκε πρόγραμμα λιτότητας (μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 25%, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 15%, αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 24%). Το 2011 υπήρξε θετική μεταβολή του ΑΕΠ στο επίπεδο +2,3%. Έκτοτε, σημειώνεται θετική μεταβολή του ΑΕΠ και ιδιαίτερα το 2013 και 2016 ο ρυθμός ανάπτυξης της ρουμανικής οικονομίας ήταν από τους υψηλότερους μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι +3,5% και +4,8% αντίστοιχα. To 2017 ανήλθε σε 6,9% από του υψηλότερους της ΕΕ και παγκοσμίως. Η θετική μεταβολή του ΑΕΠ που καταγράφεται τα τελευταία 5 έτη, είναι δυνατόν να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η οικονομία της χώρας δύναται να αυτοχρηματοδοτηθεί, κυρίως λόγω του χαμηλού ελλείμματος προϋπολογισμού, του χαμηλού δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ καθώς και του μικρού ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών. Η θετική αύξηση του ΑΕΠ κατά το 2017 οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην αξιόλογη αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης, η οποία προέκυψε από την ελάφρυνση της φορολογίας, την αύξηση των μισθών και συντάξεων, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα, καθώς και το χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων. Επιπλέον, η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε σε σχέση με το 2016, εξαρτώμενη σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Κυριότερος παράγοντας που επηρέασε την θετική μεταβολή του ΑΕΠ το 2016 και 2017 ήταν η υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων φορολογικής πολιτικής και η αύξηση του ποσοστού απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων, που επηρέασαν με την σειρά τους την ενδυνάμωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αναφέρουμε ενδεικτικά την μείωση του συντελεστή ΦΠΑ από 24% σε 9% για τα είδη διατροφής από 1.6.2015 και την θέση σε εφαρμογή μειωμένου γενικού συντελεστή ΦΠΑ από 24% σε 20% από 1.1.2016 και 19% από 1.1.2017, τα οποία απετέλεσαν μέτρα ενίσχυσης της κατανάλωσης των νοικοκυριών. Οι ρουμανικές εξαγωγές για το 2017, με βάση τα στοιχεία του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής της Ρουμανίας (INS), σημείωσαν αύξηση κατά 9,15% και ανήλθαν σε 62,641 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές κατά το ίδιο διάστημα έφθασαν τα 75,58 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 12,2%, σε σχέση με το 2016. Το εμπορικό έλλειμμα κατέγραψε αύξηση κατά 2,999 δισ. ευρώ και ανήλθε σε 12,956 δισ. ευρώ έναντι 9,957 δισ. ευρώ το 2016.

Μερικά δεδομένα θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής, καθώς δύνανται να επηρεάσουν αρνητικά τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ. Σε αυτά συγκαταλέγονται: α) Οι υπάρχουσες ανισότητες εισοδημάτων του ρουμανικού πληθυσμού. Το 10% των πλέον πλουσίων διαθέτουν το 30% της οικονομίας της χώρας, ενώ το 10% των φτωχών έχουν μόνο το 3%. Επιπλέον, καταγράφονται σημαντικές διαφορές μεταξύ των 8 περιφερειών της χώρας, τόσο σε επίπεδο κατά κεφαλήν ΑΕΠ όσο και σε επίπεδο συνθηκών ζωής. Επίσης, υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ εισοδημάτων της πρωτεύουσας και της περιφέρειας. β) Ενδεχόμενη επιβάρυνση του εμπορικού ισοζυγίου, αφού οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν σε υψηλότερο βαθμό από τις εξαγωγές. γ) Βραδείς ρυθμοί των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. δ) Έλλειψη-καθυστέρηση έργων υποδομής, κυρίως στον τομέα των μεταφορών.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες εδώ